ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ

Ἦχος α΄

Τῶν Ἀρκάδων τὸν γόνον καὶ τῆς Χίου ἀνάστημα, καὶ τὸ περιώνυμον ὄντως, τῆς Τριπόλεως καύχημα, Δημήτριον τὸν νέον οἱ πιστοί, γεραίροντες ὡς Μάρτυρα Χριστοῦ, ἀνυμνήσωμεν βοῶντες, τῷ ἐν Ἁγίοις θαυμαστῷ Θεῷ ἡμῶν· Δόξα τῷ ἐνισχύσαντι αὐτόν, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ αὐτοῦ πᾶσιν ἰάματα.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ

Νεομάρτυρος Δημητρίου τοῦ Πελοποννήσιου

Φυλάττε, καὶ φρούρει ὦ Ἀθλητά, Δημήτριε νέε, τοὺς τελοῦντας μνήμην τὴν σήν, καὶ πόθῳ ὑμνοῦντας λαμπράς σου ἀριστείας, προστάτα Ὀρθοδόξων, Μαρτύρων καύχημα.

Ο ένδοξος του Χριστού μάρτυρας Δημήτριος γεννήθηκε στον Μοριά, στο χωριό Λιγούδιστα Τριφυλίας  από χριστιανούς γονείς. Το όνομα του πατέρα του ήταν Ηλίας· τη μητέρα του δεν τη γνώρισε, γιατί κοιμήθηκε όταν ήταν ακόμη βρέφος, γι᾿ αυτό και ανατράφηκε από τη μητριά του. Όταν βρίσκονταν ακόμη στην παιδική ηλικία, έφυγε από το πατρικό του σπίτι μαζί με τον αδελφό του κυνηγημένος από τη φτώχεια και την έλλειψη μητρικής αγάπης.

Μετά από πολλές αλλαγές τόπων ο Δημήτριος εγκαταστάθηκε σ᾿ ένα τούρκικο σπίτι στην Τριπολιτσά ως υπηρέτης. Δυστυχώς όμως, εκεί δελεάστηκε από τα καλοπιάσματα και τις υποσχέσεις των Τούρκων, αρνήθηκε τον Χριστό και τούρκεψε.

Κάποτε πληροφορήθηκε ο πατέρας του την αισχρή πράξη και έσπευσε να τον συναντήσει, αλλά μάταια, δεν μπόρεσε. Ελεγχόμενος πλέον από τη συνείδησή του ο Δημήτριος δραπέτευσε από το τούρκικο σπίτι και έφτασε στους Μύλους του Άργους και από εκεί ταξίδευσε για τη Σμύρνη. Εκεί βρήκε συμπατριώτες του χριστιανούς, οι οποίοι τον συμβούλευσαν να κατευθυνθεί στις Κυδωνιές (Αιβαλί) για να εξομολογηθεί. Πραγματικά έφτασε στο Αιβαλί· στο Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου για πρώτη φορά εξομολογήθηκε την προδοσία του, μυρώθηκε πάλι και έτσι αναπαύτηκε για λίγο η συνείδησή του.

Όμως, ο ανδρείος αθλητής Δημήτριος αναζητούσε πλέον κάτι άλλο. Η αγάπη του Χριστού έκαιγε μέσα στην μετανοημένη καρδιά του· ο πόθος του μαρτυρίου είχε ήδη ανάψει. Σ᾿ αυτήν την κατάσταση πήγε στην αγιοτόκο Χίο, όπου προετοιμάστηκε με αγρυπνίες, συνεχόμενες προσευχές, υπερβολικές νηστείες και καθαρή εξομολόγηση. Την περίοδο αυτή Πνευματικός του Πατέρας διετέλεσε ο ηγέτης του Κολλυβαδικού κινήματος και Άγιος της Εκκλησίας μας, Μακάριος ο Νοταράς, και αργότερα ο άγιος Νικηφόρος ο Χίος· ο τελευταίος διακρίνοντας το μαρτυρικό φρόνημα του Δημητρίου τον εφοδίασε με συστατική επιστολή και τον έστειλε στο Άργος, για να συναντηθεί με τον ιεροκήρυκα Χατζή κυρ Αγάπιο Λεονάρδο, ο οποίος εκείνη την περίοδο διέμενε στην πόλη του Άργους.

Ο νεομάρτυρας Δημήτριος έφτασε στο Άργος, αλλά δεν βρήκε τον ιεροκήρυκα Αγάπιο, γι᾿ αυτό έμεινε εκεί αρκετές ημέρες, για να τον περιμένει. Στο διάστημα αυτό φιλοξενήθηκε από κάποιον ευλαβή χριστιανό, στον οποίο φανέρωσε τον σκοπό του. Ο αδελφός εκείνος, που ήταν φιλάρετος, του διάβαζε νύχτα και μέρα το «Νέο Μαρτυρολόγιο», για να του ανάβει ακόμα περισσότερο τον πόθο και την προθυμία για το Μαρτύριο. Μέσα σ᾿ αυτό το φιλόθεο κλίμα ο Δημήτριος συνέχισε την ασκητική του προετοιμασία μέχρι και τη Διακαινήσιμο εβδομάδα.

Όμως, ο ιεροκήρυκας Αγάπιος δεν φάνηκε και ο Δημήτριος βιαζόταν. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Αναχώρησε από το Άργος συνοδευόμενος από έναν θεοσεβή χριστιανό και έφτασε στην Τρίπολη την δεύτερη μέρα της εβδομάδας του Θωμά. Εκεί μετά από κοινό όραμα που είδε ο Δημήτριος και ο Πνευματικός του Αντώνιος αποφάσισαν το μαρτύριο. Πραγματικά την επομένη αφού κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, εμφανίστηκε στην Τριπολιτσά ομολογώντας: «Εἶμαι Χριστιανός. Προσκυνῶ τὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ ὡς Θεὸ ἀληθινό· προσκυνῶ Πατέρα, Υἱὸ καὶ Ἅγιο Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καὶ ἀχώριστον». Η δημόσια αυτή ομολογία του προξένησε και τη θανατική του καταδίκη· αποφασίστηκε ο αποκεφαλισμός του με τρία κτυπήματα στο ψαροπάζαρο της πόλης. Ήταν 14 Απριλίου 1803. Την αγία του κεφαλή την έκρυψε ο Πνευματικός του κάτω από την Αγία Τράπεζα της ενορίας του Αγίου Δημητρίου, ενώ το σώμα μερικοί πιστοί χριστιανοί το έθαψαν στον νότιο τοίχο του Καθολικού της Ιεράς Μονής του Αγίου Νικολάου των Βαρσών.

Η μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος Δημητρίου εορτάζεται στις 14 Απριλίου και συνεορτάζεται στις 22 Μαΐου με τον Άγιο Παύλο τον Νέο Οσιομάρτυρα.